
Κανένας (δεν έχω αίσθηση του χιούμορ!): Ο κανένας εισβάλει δυναμικά στο Hell Fun Park με 2 ψήφους. Σε λίγο θα φτιάξει και δικό του κόμμα για θα διεκδικήσει την πρωθυπουργία!





Καλωσηρθατε στο HELL Fun Park! Ελπιζουμε να περασετε ευχαριστα...
Πέρασαν αρκετές μέρες και κανένα νέο από το μοναχό. Μήπως με είχε ξεχάσει; Μήπως τον έπιασαν «αυτοί»; Άγνωστο. Ξάπλωσα στον κατασκονισμένο καναπέ μου για να χαζέψω στην τηλεόραση. Δεν το συνηθίζω, αλλά μόλις είχα ξυπνήσει από τη μεσημεριανή μου σιέστα και δεν είχα όρεξη για τίποτα παραγωγικό, τουλάχιστον για την επόμενη μισή ώρα. Οι χαρούμενοι ήχοι και τα παρδαλά εναλλασσόμενα χρώματα των διαφημίσεων άρχισαν να με υπνωτίζουν... Πλησιάζουν βλέπετε γιορτές και ο κόσμος πρέπει να πειστεί να καταναλώσει περισσότερο. Ξαφνικά, ένας οξύς ήχος διέκοψε την ευχάριστη πλύση εγκεφάλου που δεχόμουν από το χαζοκούτι. Πρέπει κάποια στιγμή να αλλάξω τον ήχο σε αυτό το ενοχλητικό κουδούνι! Ανοίγοντας την πόρτα συνάντησα έναν ένστολο υπάλληλο εταιρίας κούριερ. Χαμογελαστός και με επίσημο τόνο στη φωνή, με παρακάλεσε να υπογράψω το χαρτί που κρατούσε και αμέσως μετά μου παρέδωσε ένα μπεζ φάκελο. Περίμενα λίγο να απομακρυνθεί και, μόλις άκουσα τα βήματά του να σβήνουν σιγά-σιγά, τον άνοιξα. Μέσα βρήκα ένα DVD και ένα σημείωμα. Αν και δυσκολεύτηκα λίγο να αποκωδικοποιήσω τα ορνιθοσκαλίσματα, το χαρτάκι έγραφε: «στην Ομόνοια, στις 8».
Αυτός ο καλόγερος αποδείχτηκε τελικά κακό σπυρί... Έριξα μια φευγαλέα ματιά στο γυαλιστερό δισκάκι, για να ανακαλύψω οτι έφερε τον τίτλο «Όλη η αλήθεια για το Άγιο Φως». Ενδιαφέρον, αλλά είχα σημαντικότερα πράγματα να κάνω, οπότε το έβαλα μέσα στο συρτάρι του γραφείου και, φορώντας βιαστικά το παλιό μου παλτό (όπως στο τραγούδι...), ξεκίνησα για το μετρό. Φτάνοντας στην πολύβουη και πολύχρωμη πλατεία, κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν εφτά και μισή, άρα είχα ακόμα ώρα, σκέφτηκα. Έκανα μια βόλτα παρατηρώντας τις πραμάτειες των, αλλοδαπών κυρίως, μικροπωλητών. Και τι δεν έβρισκες σε αυτό το ιδιότυπο παζάρι! Από αρωματικά κεριά και διακοσμητικά μπιμπελό, μέχρι ζώνες, ξενόγλωσσες εφημερίδες και πορνοταινίες... Ένιωσα άξαφνα ένα δάχτυλο να μου χτυπάει την πλάτη. Γυρίζοντας, ένα παιδάκι μου είπε «αυτό για σας», δίνοντάς μου την πολυπόθητη συνέχεια του ημερολογίου. Κοίταξα τριγύρω, αλλά πέρα από βαριεστημένους πωλητές και βιαστικούς περαστικούς, δεν μπόρεσα να εντοπίσω πουθενά τον καλόγερο.
Γύρισα σπίτι και κάθισα γρήγορα στον υπολογιστή, ανυπομονώντας να δημοσιεύσω το επόμενο τμήμα του ημερολογίου. Το, λιγότερο κακογραμμένο είναι αλήθεια, χειρόγραφο έγραφε τα εξής:
1 Ιανουαρίου του 28
Με την ευκαιρία της νέας χρονιάς, αποφάσισα να γράψω λίγα λογάκια ακόμα στο ευσεβές μου ημερολόγιο. Η περιπέτειά μου με τη φυλακή ήτανε μεγαλύτερη από ότι περίμενα. Οι μπάτσοι μου ανακοίνωσαν ότι ο νέος έπαρχος, ο Πόντιος Πιλάτος (με τέτοιο όνομα καταλαβαίνεις τι πόντιοι μας κυβερνάνε...), πήρε αυστηρά μέτρα κατά της φοροδιαφυγής. Για να παραδειγματίσει τους έμπορες που κρατούσαν διπλά βιβλία και κλέβανε το ΦΠΑ, κάθε παραβάτης θα μαστιγώνοντανε δημόσια με εκατό χτυπήματα! Και καλά ο Θωμάς, αυτοί θέλανε να μαστιγώσουνε και μένα, μάλλον για μπούγιο, για να φαινόμαστε πολλοί! Γιαχβέ μου σχώρεσε τους άπιστους, ου γαρ ήδασι ντι μπιούσι (αυτό το άκουσα κάπου και το βάζω για εφέ)...
Καθόμουνα λοιπόν και μυξόκλ... εεε προσευχόμουνα στο Γιαχβέ για τη σωτηρία μου, όταν το μεγάλο θαύμα έγινε. Ο μόρτης ο Βαραββάς μου ψιθύρισε οτι ήξερε έναν τρόπο να το σκάσουμε από το μπουντρούμι, πριν μας κάνουνε τις πλάτες τελείως αγνώριστες. Πλησίαζε η ρωμαϊκή γιορτή του (ειδωλολατρικού βεβαίως, βεβαίως) θεού ήλιου, οπότε το κέφι των στρατιωτών ήτανε ανεβασμένο και το κρασί έρεε άφθονο. Ο φρουρός που ανέλαβε την βραδινή βάρδια ήρθε τελείως ντίρλα. Ο αξύριστος χοντρομπαλάς είχε τη μυρουδιά ξινισμένου παλιόκρασου και σε συνδυασμό με την υπάρχουσα μπόχα του κελιού με έκανε να σκεπάσω το στόμα μου για να μην ξεράσω! Ταβλιάστηκε στην καρέκλα του δεσμοφύλακα κι άρχισε αμέσως να ροχαλίζει, σα γέρικη αρκούδα με κρεατάκια στη μύτη... Μετά από λίγη ώρα εγώ έπεσα στο έδαφος, όπως είχαμε συμφωνήσει, ουρλιάζοντας δυνατά. Ο Βαραββάς άρχιζε να ξεφωνίζει για βοήθεια και να χτυπάει τα σιδερένια κάγκελα με όλη του τη δύναμη. Αποβλακωμένος ακόμη από το τρίτο όνειρο που έβλεπε, ο χοντρομπαλάς έσυρε το δυσκίνητο βρωμερό σώμα του προς το μέρος μας για να δει τι συμβαίνει. Μόλις έσκυψε να ξεκλειδώσει την πόρτα του κελιού, ο αδερφούλης μου ο Θωμάς πετάχτηκε και τράβηξε την κεφάλα του πάνω στην καγκελόπορτα με δύναμη, έτσι που αυτός λιποθύμησε, συνεχίζοντας το απαίσιο ροχαλητό του.
Ψαρέψαμε τα κλειδιά από τη ζώνη του και το βάλαμε στα πόδια. Καταφέραμε να βγούμε από το κτίριο των φυλακών όταν ακούσαμε πίσω μας το συναγερμό για την απόδρασή μας. Ξεκινήσαμε να τρέχουμε σα να μας είχες βάλει στον κώλο νέφτι, [πάλι υπερβάλει αυτός ο μεταφραστής...] μέχρι που φτάσαμε στις σπηλιές έξω απ' την πόλη. Εκεί σταματήσαμε να πάρουμε μια ανάσα και να συζητήσουμε τι θα κάναμε. Σκεφτήκαμε ως καλύτερη λύση να κρυφτούμε κάπου για ένα διάστημα, ώστε να χάσουν τα ίχνη μας, να μας ξεχάσουνε και να πάψουνε να μας αναζητούν. Τα χαλάσαμε μόνο στο μέρος, μιας και ο Βαραββάς ήθελε να μπαρκάρουμε στο πειρατικό ενός φίλου του, ξηγημένου τύπου και της πιάτσας όπως μας είπε. Εμείς δεν τα πολυγουστάρουμε τα πλοία, δεν αντέχουμε το πέρα δώθε μωρέ, άσε που το φαγητό είναι τόσο λίγο που πολλές φορές ρίχνουνε τον κλήρο (να δούνε ποιός, ποιός ποιός θα φαγωθεί, οέ οέέέ οέ οέ)!! Αποφασίσαμε λοιπόν η αφεντιά μου και ο lil' bro να κατευθυνθούμε προς την έρημο. Οι φήμες λέγανε οτι εκεί βρίσκονταν ομάδες θεούσων τύπων, που είχαν απομακρυνθεί από τον κόσμο και ζούσανε στο αραλίκι όλη την ημέρα. Διαπίστωσα πως μια τέτοια ζωή θα μας ταίριαζε γάντι, τουλάχιστον για λίγο...
Επιστρατεύσαμε την παλιά μας τέχνη του ξαλαφρώματος (δεν ήμασταν πάντα... επιχειρηματίες) και με τα πουγκιά που σουφρώσαμε αγοράσαμε τρόφιμα και καινούρια ρούχα. Περπατήσαμε για τρεις μέρες, μέχρι που φτάσαμε στην ερημική οροσειρά του Κουμράν [σημερινή ονομασία]. Ο δρόμος δεν ήτανε καθόλου εύκολος, ενώ η ζέστη μας έκανε να αισθανόμαστε σα γουρουνόπουλα στο φούρνο . Για να παρηγορηθώ, σκεφτόμουνα οτι κάθε μεγάλος άντρας είχε περάσει μια περίοδο της ζωής του στην έρημο. Βέβαια όχι για να ξεφύγει από τους μπάτσους, αλλά σε χαζομάρες θα κολλάμε τώρα; Αν ποτέ κάποιοι ηλίθιοι γράψουνε την ιστορία της ζωής μου, ελπίζω να παραλείψουνε αυτή τη μικρή λεπτομέρεια... Μετά από εξαντλητική πορεία πάνω στα κατσάβραχα του Κουμράν, είδαμε από μακριά ένα μικρό πέτρινο οικισμό, χτισμένο με αρχιτεκτονική που όμοιά της δεν είχα ματαδεί. Κοντά στα χαμηλά σπίτια φύτρωναν δέντρα και θάμνοι, άρα υπήρχε νερό στα πέριξ. Πάνω στην ώρα, σκέφτηκα, γιατί τα παγούρια μας είχανε αρχίσει να στεγνώνουν.
Πριν χτυπήσουμε την ξύλινη πόρτα της μάντρας, καθίσαμε κάτω για ένα μίνι οικογενειακό συμβούλιο. Είχα ακούσει πως οι άνθρωποι που κατοικούσαν εδώ ήτανε παράξενη φάρα. Θα μου πεις, αν ήτανε φυσιολογικοί θα μένανε μέσα στην έρημο; Οι φήμες έλεγαν οτι ήταν πολύ Γιαχβε-σεβούμενοι, σε σημείο παλαβωμάρας. Κατοικούσανε μόνο άντρες στα κοινόβια αυτά και ήτανε πολύ επιφυλακτικοί απέναντι στους ξένους. Περνούσανε τεμπέλικα το χρόνο τους με τελετουργικά πλυσίματα και προσευχές, ενώ στο τσακίρ κέφι ψέλνανε και παίζανε τα κομποσκοίνια τους... Περιμένανε οτι ο μεσσίας θα έρθει σύντομα για να τους σώσει και ότι θα παρουσιαστεί σ' αυτούς πριν από το υπόλοιπο Ισραήλ. Ανόητες θρησκοληψίες δηλαδή, όχι σαν εμάς τους ορθόδοξους Ιουδαίους που έχουμε τη μόνη αληθινή θρησκεία! Αποφασίσαμε λοιπόν να το παίξουμε ερημίτες που τριγυρνάνε στην έρημο σε αναζήτηση της αγάπης του Γιαχβέ (τελείως γκάου μπίου δηλαδή), για να τους κάνουμε καλή εντύπωση.
Στον κακομούτσουνο γέρο που μισάνοιξε την πόρτα αρχίσαμε αμέσως να φωνάζουμε «ειρήνη ημίν αδελφέ, δοξασμένο το όνομα του Γιαχβέ» και άλλα τέτοια παπαδίστικα. Άνοιξε τελείως τη βαριά θύρα, αφήνοντάς μας να περάσουμε. Μόλις μπήκαμε του ξεφουρνίσαμε το παραμυθάκι που είχαμε συμφωνήσει, προσθέτοντας ότι κουταμάρα μας κατέβαινε στο κεφάλι. Κοιτώντας μας από πάνω μέχρι κάτω και σουφρώνοντας τα μούτρα του, είπε «είστε όντως ερημίτες, βρωμάτε απαίσια»! Μου 'ρθε να του ρίξω μια στο δόξα πατρί, αλλά ο ψύχραιμος αδερφός μου με συγκράτησε και τον ακολουθήσαμε στα ενδότερα του παράξενου οικισμού. Μας καθίσανε στο τραπέζι που μόλις είχαν ετοιμάσει και γρήγορα ο θυμός μου μεταβλήθηκε σε ενθουσιασμό. Αυτοί οι μπαγάσες είχαν συγκεντρώσει τα καλύτερα εδέσματα όλης της Ιουδαίας, μη σας πω και της Σαμάρειας μαζί! Τους ρώτησα που βρήκανε τόσα τρόφιμα στη μέση της ερήμου και ένας επίσημα ντυμένος τύπος, μάλλον ο αρχηγός τους, απάντησε «ο Γιαχβέ τέκνον μου φροντίζει πάντα για τους πιστούς δούλους του»! Βλέποντας την απορημένη μου φάτσα, ο διπλανός μου στο τραπέζι μου ψιθύρισε οτι όλα αυτά ήταν προσφορές από γεωργούς και κτηνοτρόφους της περιοχής. Σε αντάλλαγμα, τους υπόσχονταν να προσεύχονται για τις ψυχές τους... Ωραίο επάγγελμα, με τσίφτικες απολαβές και καθόλου κούραση! Είμαι σίγουρος οτι μια μέρα θα πλημμυρίσει ο κόσμος από τέτοιους τύπους!
Σε μια στιγμή, ο περίεργα ντυμένος αρχηγός μας ζήτησε να τους διηγηθούμε καμιά περιπέτεια από τη ζωή μας στην έρημο. Ακούγονταν πολλές ιστορίες για τους ερημίτες, οτι τρέφονταν με ακρίδες, οτι συνομιλούσανε με το Γιαχβέ και το Σατανά, οτι άγγελοι τους φέρνανε φαΐ όταν δε βρίσκανε αλλού και άλλα τέτοια κουλά. Για να φανώ ισάξιος των προσδοκιών τους, τους αράδιασα το παρακάτω παραμύθι: «Τήρησα για σαράντα ολόκληρες μέρες νηστεία από οποιαδήποτε τροφή, κάνοντας καθημερινά 500 γονυκλισίες και 1000 μετάνοιες. Τότε, εμφανίστηκε μπροστά μου ο ίδιος ο Σατανάς»! Τα μέλη του αδελφάτου είχανε μείνει με το στόμα ανοιχτό, οπότε αποφάσισα να το χοντρύνω ακόμα περισσότερο: «Προσπαθώντας, αδελφοί, να κάμψει το φρόνημά μου, με ανέβασε στην ταράτσα του Ναού του Σολομώντα και με προκάλεσε να πέσω κάτω, για να με σώσουν οι άγγελοι του Γιαχβέ». «Φαντάζομαι δεν πήδηξες», με ρώτησε ένας νεαρός. «Φυσικά και όχι, κορόιδο ήμουνα;», απάντησα εγώ. «Στη συνέχεια με ανέβασε στην κορφή ενός βουνού και μου υποσχέθηκε οτι θα μου δώσει όλα όσα έβλεπε το μάτι μου αν απαρνηθώ τον Κύριό μου. Εγώ φυσικά δεν δέχτηκα».
Ένα επιφώνημα θαυμασμού βγήκε από τα στόματα των αφελών και για να τους δώσω τη χαριστική βολή, συνέχισα: «Τότε με ανέβασε πάνω σε ένα σύννεφο και μου έταξε τον κόσμο ολάκερο, αρκεί να πέσω να τον προσκυνήσω. Εγώ του φώναξα με βροντερή φωνή τις μαγικές λέξεις “ίπαγαι ομπίσο μου Σατανά” και αυτός αμέσως εξαφανίστηκε»!! Στο κοινόβιο έγινε τότες της Μαγδαληνής το κάγκελο που λένε. Άλλοι χειροκροτούσαν, άλλοι προσεύχονταν μεγαλόφωνα και άλλοι φώναζαν «νάτος, νάτος ο μεσσίας»! Ο αρχηγός τους με πλησίασε και μου είπε: «Είσαι όντως ο μεσσίας που περιμέναμε. Όλα έγιναν όπως τα γράφουν οι ιεροί πάπυροί μας»! Το πλήθος μας σήκωσε στους ώμους του, συνεχίζοντας να φωνάζει διάφορα συνθήματα... Από εκείνη τη στιγμή πέρασαν πάνω από δέκα ημέρες. Τα κουτορνίθια του κοινοβίου μας έχουν στα όπα όπα, σα να είμαστε αληθινοί θεοί (Γιαχβέ μου σχώρα με). Αυτή τη στιγμή που γράφω το ημερολόγιο κάθομαι σε ένα θρόνο, δοκιμάζοντας που και που μια ποικιλία από ξηρούς καρπούς. Ο Θωμάς ο τσίφτης την πέφτει πάλι σε μια αιώρα κι ένας τύπος του κάνει αέρα με φύλλο μπανανιάς. Είναι ωραίο να είσαι μεσσίας! Θα το ξανακάνω στο μέλλον...
Είχα μόλις γυρίσει το μεσημέρι από τη δουλειά, ράκος από την κούραση, όταν άκουσα ένα ανεπαίσθητο χτύπημα στην εξώπορτα του σπιτιού. Αρχικά δεν έδωσα σημασία, όμως το χτύπημα επαναλήφθηκε. Βαριεστημένος, σηκώθηκα να ανοίξω, για να διαπιστώσω πως κάποιος είχε ρίξει κάτω από την πόρτα έναν παλιό μπέζ φάκελο, χωρίς τίποτα γραμμένο επάνω του. Πετάχτηκα στο διάδρομο, αλλά δεν είδα κανέναν, αν και ήμουν σίγουρος για το «δράστη». Ο καλόγερος με είχε αιφνιδιάσει, γιατί όχι μόνο δε μου έστειλε το κείμενο σε e-mail, όπως είχαμε συμφωνήσει, αλλά είχε μάθει και τη διεύθυνσή μου. Δύο εκδοχές υπάρχουν, ή γνωρίζει πως λειτουργούν «αυτοί» και παίρνει τα μέτρα του, ή έχει αρχίσει να παρανοεί...
Το κακό με τον τρόπο που σκέφτηκε είναι οτι θα χρειαστεί να δακτυλογραφήσω ο ίδιος το κείμενο, αν και στην προκειμένη περίπτωση μάλλον δε θα κουραστώ ιδιαίτερα. Η πρώτη καταχώρηση του ημερολογίου είναι μόλις δύο σελίδες. Παρόλο που μου λείπουν αρκετές ώρες ύπνου και αν συνεχίσω έτσι θα καταντήσω να κοιμάμαι σε λεωφορεία και βαγόνια μετρό, αποφασίζω να ενδώσω στην παρόρμηση... Κάθομαι λοιπόν στον υπολογιστή, εφοδιασμένος με μια αχνιστή κούπα καφέ, και ξεκινάω: [σημ. τα σχόλια μέσα σε αγκύλες είναι δικά μου, ενώ τα υπόλοιπα ανήκουν στο πρωτότυπο]
Το ημερολόγιο αυτό γράφτηκε από τον ταπεινό και ευσεβή δούλο του Γιαχβέ, το Μπράιαν με τ' όνομα, για να πληροφορήσει και να διδάξει τις μελλοντικές γενεές. Δοξασμένο το όνομα του Γιαχβέ, εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν!
14 Δεκεμβρίου του 27 [η ημερομηνία προφανώς είναι προσαρμοσμένη από το μεταφραστή στα σύγχρονα δεδομένα]
Σήμερα γιορτάζω τα εικοστά έβδομα γενέθλιά μου. Τι ζωή κι αυτή! Αν και κοντεύω να φτάσω τα χρόνια που έζησε ο πατέρας μου, ο Πάνθηρας, δεν αισθάνομαι καθόλου γέρος. Το αντίθετο μάιστα, νιώθω σα να 'μουνα νιός 12 χρονών! Σήμερα σχεδιάσαμε με τα φιλαράκια να το γλεντήσουμε στο καπηλειό. Είπαμε στην πόρνη τη Μαγδαληνή να 'ρθει να μας διασκεδάσει, της παραγγείλαμε μάλιστα να φέρει και τις φίλες τις, φίνα γκομενάκια όλες τους, να περάσουμε καλά. Έλα μου ντε, που μας βγήκε ξινό! Εκεί που καθόμασταν αραχτοί και πίναμε το κρασάκι μας, βυθισμένοι μέσα στα γλυκά ονείρατα, να 'σου σκάει μύτη η Μαγδαληνή, ντυμένη με το πιο σέξυ πέπλο που είχα δει ποτέ μου. Ο κολλητός μου ο Σίμωνας όρμηξε καταπάνω της, μα αυτή τον σταμάτησε και κλείνοντάς του το μάτι, ψιθύρισε: «κάτσε να δεις και ποιους φέρνω μαζί μου»...
Και τότε άνοιξε με σαματά τις θύρες του καπηλειού, που σημειωτέον ανήκει στον αδερφό μου το Θωμά, και μπουκάρει με θόρυβο... ποιος; Ο Ματθαίος ο εφοριακός, με συνοδεία δέκα Ρωμαίων λεγεωνάριων! Η Μαγδαληνή πάτησε μια στριγγλιά: «αυτοί είναι, συλλάβετέ τους!». Πριν προλάβουμε να καταλάβουμε τι έπαιζε, μας είχαν ήδη μπαγλαρώσει και μας οδηγούσαν στο μπουντρούμι. Παλιοπουτάνα! Επειδή δηλαδή της χρωστούσα ολίγα χάλκινα κι ο Θωμάς είχε κάτι διπλά βιβλία για το μαγαζί (πως αλλιώς να ζήσει ο δόλιος, αφού η εφορία μας πίνει το αίμα η ρουφιάνα), έπρεπε να μας τη φορέσει πισώπλατα; Αλλά θα δει αυτή, θα γυρίσει ο τροχός, θα γαμήσει κι ο φτωχός που λένε και στο χωριό μου, τη Ναζαρέτ...
Είπα Ναζαρέτ και θυμήθηκα την παιδική μου ηλικία. Η μάνα μου η Μύριαμ πάντα μου έλεγε: «Εσύ παιδί μου μια μέρα θα γίνεις μεγάλος. Πολύ μεγάλος. Μεγαλύτερος κι από τους λόφους της Ιερουσαλήμ» (μην παρεξηγάτε τη μανούλα μου που είναι λίγο αγράμματη, δεν ξέρει η κακομοίρα οτι το ψηλότερο βουνό στον κόσμο είναι το Σινά)! «Όταν γεννήθηκες παιδί μου ήρθαν τρεις κύριοι και μας φέρανε δώρα, είναι σίγουρα σημαδιακό αυτό». Μου μίλαγε συνέχεια η μάνα για τη γέννησή μου και μια που πήρα φόρα, θα σας την περιγράψω. Έτσι κι αλλιώς δεν έχω τίποτις καλύτερο να κάνω εδώ στο υγρό και βρωμερό κελί. Αλήθεια, αυτός ο γέρος δίπλα μου ψόφησε, ή απλά βρωμάει σα σάπιο γουρούνι; Γιαχβέ μου σχώρα με. Επί του θέματος να 'ούμε λοιπόν, δηλαδή τη γέννηση της αφεντιάς μου.
Καταρχάς, δε γεννήθηκα σε πόλη, αλλά στο χωριό Βηθλεέμ. Απορείτε βέβαια πως ένας σπουδαίος άντρας σαν και του λόγου μου έκανε πρεμιέρα εκεί [μάλλον μεταφραστική υπερβολή αυτό], αλλά σας διαβεβαιώ οτι η Βηθλεέμ είναι κάτι σα μικρή Ιερουσαλήμ που λένε. Μη σας πω και σα μικρή Ρώμη και σας κουφάνω τελείως! Ο ευσεβέστατος πατέρας μου, ο Πάνθηρας, έκανε τότε το θεάρεστο επάγγελμα του μισθοφόρου. Ξέρετε τώρα, αυτό που σε πληρώνουνε για να σφάζεις αβέρτα! Πληρώνει καλά πάντως, σας το συστήνω. Εκείνη την περίοδο όμως, είχε αναδουλειά, γιατί επικρατούσε πολλή ησυχία και ηρεμία και ο μπαμπάς βρέθηκε άνεργος. Η μάνα όμως ήτανε γκαστρωμένη σε μας και ετοιμόγεννη, οπότε το μόνο μέρος που ο πατέρας μου είχε χάλκινα να πληρώσει ήταν ένας στάβλος. Παρακμή ε; Κι όμως, εκτός από μας, η γυναίκα ενός ξυλουργού σταμάτησε να γεννήσει το μωρό της εκεί, ήτανε βλέπετε στάβλος με όλα τα κονφόρ. Μας ζέσταιναν τα ζωντανά με τα χνώτα τους, να μη μιλήσω και για τις κλανιές των μουσκαριών! Είχε θέρμανση ο στάβλος παιδάκι μου... Πολιτισμός, πώς το λένε;
Η μάνα είχε μόλις γεννήσει εμένα και περιμέναμε το δίδυμο αδερφό μου το Θωμά, να βγει κι αυτός, όταν τρεις μυστήριοι ηλικιωμένοι τύποι πλησιάσανε. Τα ρούχα τους φανέρωναν πλούσια καταγωγή και το έμπειρο μάτι του πατέρα κατάλαβε οτι είχε ψωμί η δουλειά. Ασυναίσθητα, έβαλε το χέρι κάτω από την προβιά, όπου έκρυβε το μαχαίρι του... Δε χρειάστηκε όμως να τους ληστέψει. Οι βλάκες τα έδωκαν από μόνοι τους. Είπανε κάτι ακαταλαβίστικα για μεσσίες και κουραφέξαλα, μετά προσκυνήσανε τη μαμά, σα να 'τανε αληθινή βασίλισσα, και της αφήκανε στα πόδια το πολύτιμο φορτίο τους. Ο ένας χρυσάφι, ο άλλος σμύρνα κι ο τελευταίος (μάλλον ο φτωχός συγγενής) λιβάνι. Περιττό να σας πω οτι ο μόρτης ο Πάνθηρας τα σκότωσε αμέσως στη μαύρη. Μόνο το λιβάνι κράτησε σαν αναμνηστικό, γιατί δεν έπιανε τίποτα. Τι βρωμερό και άχρηστο πράμα! Εύχομαι μια μέρα να βρεθούνε τίποτα ηλίθιοι που να το καίνε σε ναούς ή κάτι παρόμοιο, ώστε να το σκοτώσουμε κι αυτό...
Επιστροφή στην πραγματικότητα, στο μπουντρούμι όπου κάθομαι με τα φιλαράκια. Ντροπής πράματα να μας κρατάνε φυλακισμένους για λίγα ψωρο-χάλκινα. Γνώρισα πάντως ένα τζιμάνι, το Βαραββά, που λέει οτι θα μας αφήσουνε σύντομα. Τις έχει μάθει τις διαδικασίες απ' όξω κι ανακατωτά, γιατί είναι λίγο άταχτος και τον μπουζουριάζουνε συχνά. Είναι λίγο σκατόφατσα βέβαια, Γιαχβέ μου σχώρα με που βλαστημάω, αλλά κανείς δεν είναι άσφαλτος... Ληστής είναι εξάλλου ο άνθρωπος, αν ήτανε ηθοποιός δε θα 'βρισκε θίασο να παίξει με τέτοια μούτρα! Τέλωσπάντων, αυτά και με το Βαραββά, που κάτι μου λέει οτι θα συνεργαστούμε στο μέλλον. Έχω διαίσθηση ο ρουφιάνος, πως να το κάνουμε, αφού είμαι Σαββατογεννημένος (κι ο Θωμάς βέβαια, αλλά αυτός δε μετράει γιατί εγώ είμαι ο πρωτότοκος)!
Μετράω τις ώρες για να βγω κοιτάζοντας το ταβάνι. Είναι γεμάτο βρύα και στάζουν σταγόνες από την υγρασία... Η μυρουδιά της μούχλας ανακατώνεται με τη μπίχλα των κρατουμένων και φτιάχνουν ένα σιχαμένο χαρμάνι. Αυτός ο γέρος μάλλον πέθανε, γιατί δεν τονε βλέπω να σαλέυει καθόλου. Γιαχβέ σχωρέστον! Δε φωνάζω όμως τους φρουρούς, αφού θα μας ζαλίσουνε τα ούμπαλα με τις ερωτήσεις τους. Απλά του δίνω μια σπρωξιά, να φύγει κάπως η βρώμα προς την άλλη πλευρά του στενού κελλιού... Μμμ, ακούω βήματα. Ο Ρωμαίος φρουρός είναι. Κρύβω τις σημειώσεις μου βιαστικά και κάνω τον Ασσύριο [Κινέζο, σε ελεύθερη μετάφραση].
Στο τέλος του κειμένου ο μυστηριώδης μεταφραστής έχει κολλήσει ένα σημείωμα, όπου αναφέρει τα εξής: «Το χειρόγραφο αποτελεί μάλλον αντίγραφο του αυθεντικού και χρονολογείται στον 2ο αιώνα μ.Χ.». Μάλιστα! Το δημοσιεύω λοιπόν και θα δούμε πως θα πάει...
polsemannen,
Ασυγχώρητη,
Newton και
Heliotypon
να γράψουν μια ιστορία με τις λέξεις λοστρόμος, πλώρη, φεγγάρι, ταξιδεύω, ονειρεύομαι. Πριν από λίγες μέρες με επισκέφτηκε στο γραφείο μου ένας μυστηριώδης γενειοφόρος κύριος, γύρω στα 50. Στο ξερακιανό πρόσωπό του ήταν έκδηλη η αγωνία, ενώ συνεχώς έριχνε διερευνητικές ματιές δεξιά κι αριστερά, σαν να φοβόταν οτι κάποιος τον παρακολουθούσε. Με τρεμάμενη φωνή μου είπε τα εξής λόγια: «Κύριε Aνορθόδοξε, είμαι πρώην μοναχός. Έχω μάθει για σας μέσω των υπολογιστών της μονής. Πιστεύω οτι είστε ο μόνος που μπορείτε να με βοηθήσετε».
Βλέποντας την αμηχανία μου, ξεκίνησε χωρίς να περιμένει απάντηση: «Πάει καιρός που έχω φύγει από το μοναστήρι στο Άγιο Όρος και έχω λόγους να πιστεύω οτι με ψάχνουν. Πήρα μαζί μου, βλέπετε, τα απόρρητα χειρόγραφα του Μπράιαν!» «Του ποιού;», ψέλλισα εγώ, αλλά ο καλόγερος είχε ήδη πάρει φόρα... «Πρόκειται για το μεγαλύτερο μυστικό στην ιστορία της Χριστιανοσύνης, που οι ηγέτες της Εκκλησίας έχουν συμφέρον να κρατηθεί κρυφό από τον κόσμο». Κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι μου, λέγοντάς του να συνεχίσει, παρόλο που είχα σχηματίσει την εντύπωση οτι δεν πάει καλά στα μυαλά του... «Στα υπόγεια του μοναστηριού μου, ή μάλλον του πρώην μοναστηριού μου, βρισκόταν το τελευταίο σωζόμενο αντίτυπο του ημερολογίου του Μπράιαν, του ανθρώπου που μπέρδεψε τους ευαγγελιστές, ώστε να νομίζουν οτι αυτός είναι ο Υιός του Θεού. Κι επειδή δε φαίνεται να με πιστεύετε, ορίστε, το έχω εδώ μαζί μου». Λέγοντας αυτά άνοιξε το μαύρο δερμάτινο χαρτοφύλακα που κρατούσε παραμάσχαλα και μου έδειξε ένα μάτσο αρχαία χειρόγραφα, το καθένα μέσα σε προστατευτική μεμβράνη. «Πολύ ενδιαφέροντα αυτά που μου λέτε», είπα παίρνοντας επιτέλους το λόγο, «όμως γιατί ήρθατε σε μένα;».
«Για αιώνες τώρα η μονή μας διατηρεί μια τεράστια συλλογή από αρχαία χειρόγραφα, τα περισσότερα από τα οποία ανέκδοτα, που ούτε δημοσιεύει το περιεχόμενό τους, ούτε τα δίνει σε αρχαιολόγους για μελέτη. Η δικαιολογία που προβάλει ο ηγούμενος είναι οτι συντηρούμε τους παπύρους αυτούς και κάθε έκθεση στο φως θα μπορούσε να τους καταστρέψει. Τρίχες βέβαια, γιατί το μόνο που επιθυμεί είναι να παραμείνουν κρυμμένες οι αλήθειες που περιέχουν». Πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη, συνέχισε χωρίς να πάρει ανάσα: «Τα πρόσφατα γεγονότα του γειτονικού Βατοπεδίου όμως, οδήγησαν τον ηγούμενο στην απόφαση να καταστρέψει τους αρχαίους θησαυρούς που διατηρούμε στα υπόγεια, φοβούμενος οτι μπορεί να πέσουν στα χέρια κάποιου από αυτούς τους περίεργους που τριγυρνούν στον Άθω τις τελευταίες μέρες. Η συνείδησή μου δεν το άντεξε αυτό κύριε Ανορθόδοξε, οπότε άρπαξα το ημερολόγιο του Μπράιαν και έφυγα νύχτα μέσα σε μια βάρκα».
Σταμάτησε για να πιει μια γουλιά νερό, οπότε άδραξα την ευκαιρία: «Δε μου απαντήσατε όμως την ερώτηση που σας έκανα, γιατί ήρθατε σε μένα; Θα μπορούσατε κάλλιστα να παραδώσετε τα κείμενα στην αρχαιολογική υπηρεσία»... Πριν καλά καλά ολοκληρώσω τη φράση μου, ο πρώην καλόγερος πετάχτηκε: «Όχι σε αυτούς, είναι πουλημένοι! Θα στείλουν κατευθείαν τους παπύρους πίσω στον ηγούμενο, που θα τους ρίξει στη φωτιά! Μόνο εσείς μπορείτε να διαδώσετε την αλήθεια στον κόσμο, μέσω του ιστολογίου σας!». Εδώ ήταν που έμεινα άναυδος. Με τη σειρά μου ήπια ένα ποτήρι νερό, μπας και συνέλθω, και κοίταξα το μυστηριώδη τύπο στα μάτια: «Αυτό που μου ζητάτε είναι πολύ δύσκολο. Δεν έχω καθόλου γνώσεις πάνω σε θέματα χειρογράφων, ενώ δεν γνωρίζω αρχάια ελληνικά σχεδόν καθόλου. Επίσης, το blog μου έχει πολύ μικρή αναγνωσιμότητα, ακόμα και αν τα δημοσιεύσω δεν θα το προσέξει σχεδόν κανείς».
«Νέε μου», είπε ο άλλος, «μπορεί να ήμουνα κλεισμένος σε μοναστήρι άλλα ξέρω τι συμβαίνει στον κόσμο. Έχουμε διεισδύσει στη blogόσφαιρα με διάφορους τρόπους. Διαθέτουμε δικά μας ιστολόγια, καλυμμένα πάντα ώστε να δείχνουν ανεξάρτητα, και δικούς μας bloggers, που διασπείρουν τη σύγχυση σε όποιες σελίδες παρατηρήσουμε οτι προσπαθούν να ξεσκεπάσουν το παραμύθι, που τόσα χρόνια σας σερβίρει η Εκκλησία! Υπάρχει κιόλας εξειδίκευση, άλλοι αδελφοί είναι παρατηρητές, άλλοι σκορπίζουν ζιζάνια και άλλοι φτιάχνουν ανεξάρτητα υποτίθεται παραπλανητικά blogs». Αισθανόμουν σταδιακά να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι από την οργή που με πλημμύριζε, όμως δε μίλησα, αφήνοντάς τον να συνεχίσει την ενδιαφέρουσα αποκάλυψή του: «Οι παρατηρητές, νέε μου, μας πληροφόρησαν οτι η “Ανούσια Πίστη” έχει ξεκινήσει να κάνει μεγάλη ζημιά. Μάλιστα, το τμήμα ηλεκτρονικού πολέμου ζήτησε άδεια για διπλή επίθεση, με flagging και ενοχλητικά σχόλια. Αυτό σημαίνει οτι κάτι κάνεις σωστά...».
«Μα καλά», είπα εγώ, «τόσο καιρό ήσουν μέσα σε ένα τόσο διεφθαρμένο περιβάλλον και δεν αντιδρούσες; Δεν είχες καμία τύψη;». Ο μοναχός χαμογέλασε για πρώτη φορά από τη στιγμή που μπήκε στο γραφείο μου, αποκαλύπτοντας ένα χρυσό δόντι. «Τέκνον μου, είσαι μικρός και δεν καταλαβαίνεις. Για να γίνεις μοναχός, πρέπει να είσαι ή τελείως ηλίθιος ή να έχεις αφήσει τις τύψεις σου ξωπίσω. Δεν είμαι όμως τόσο αναίσθητος όσο νομίζεις. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ένιωσα να εξεγείρομαι, όταν έμαθα για την απόφαση του ηγουμένου. Εντάξει, μπορεί να ξεγελάμε τον κόσμο και να του παίρνουμε τα οικόπεδα, αλλά να καταστρέψουμε τα ημερολόγια του Μπράιαν, αυτό πάει πολύ! Όσο για τη γλώσσα, μην ανησυχείς, έχω κάνει εγώ ο ίδιος τη μετάφραση. Είχα τελειώσει βλέπεις και ένα αρχαιολογικό πριν με καλέσει ο Κύριος...». Δε μπόρεσε να συγκρατήσει το μειδίαμα στα χείλη του, όταν πρόφερε τις τελευταίες λέξεις.