Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2008

Βλογοπαίχνιδον νο. 2,1: η ιστορία

Απαντώντας στο κάλεσμα της Ασυγχώρητης, έκατσα να γράψω μια ακόμα ιστοριούλα (αυτή τη φορά πεζή και ολίγον... noir) με τις λέξεις τρένο, επιβάτης, εισιτήριο, δρόμος, πόνος


Έφτασα στον κακοδιατηρημένο σταθμό του ΟΣΕ. Το μέρος ήταν καταθλιπτικά άδειο. Μόνο ο αέρας, που χτυπούσε με μανία τα παραθυρόφυλλα, έσπαγε κάπως τη νεκρική σιγή. Πήρα το εισιτήριο από το χλωμό υπάλληλο του γκισέ και, χωρίς πολλά λόγια, κάθισα στο σκουριασμένο μεταλλικό πάγκο. Η ώρα δε φαινόταν να περνάει με τίποτε και ένιωθα σα να είχα παγιδευτεί μέσα σε μια κουρασμένη στιγμή, μη μπορώντας να κάνω ούτε μπροστά ούτε πίσω.

Ο πόνος δε σκόπευε να με εγκαταλείψει. Τη σκεφτόμουν λες και ήταν χθες που μου είπε «δε μπορώ άλλο, πρέπει να σ' αφήσω». Το άρωμά της ερχόταν ακόμα
στα ρουθούνια μου, αλλά δεν ήταν πια μεθυστικό και ερωτικό. Μόνο μαυρίλα μου έφερνε στο νου και ένα τεράστιο «γιατί». Αυτό που χρειαζόμουν ήταν να ξεφύγω, να πάω κάπου όπου οι αναμνήσεις δε θα με βρουν ποτέ. Να κλειδώσω την πόρτα πίσω μου, ξεκινώντας μια νέα, ελπιδοφόρα ευχόμουν, ζωή.

Τελικά το τρένο έφτασε στην ώρα του, σφυρίζοντας ανυπόμονα. Ανέβηκα μόνο εγώ, παρατηρώντας οτι ήμουν ο μοναδικός επιβάτης, τουλάχιστον στο συγκεκριμένο βαγόνι. Άνοιξα το παράθυρο και, αφού δεν υπήρχε ψυχή να ενοχλήσω, άναψα τσιγάρο. Φύσηξα αργά τον καπνό στον κρύο αέρα της νύχτας, αναλογιζόμενος οτι ο δρόμος που είχα επιλέξει προμηνύονταν μακρύς...

2 σχόλια:

Ασυγχωρητη είπε...

Μμμμ.. :) πώς συνδέουμε το τρένο με το συναίσθημα όμως.. Είσαι πολύ καλός Ανορθόδοξε! Ο χλωμός υπάλληλος του γκισέ ήταν μπροστά μου για 2 στιγμές :)

Ανορθόδοξος είπε...

Ευτυχώς που δεν ήταν για παραπάνω από 2 στιγμές, μην τον δεις και στον ύπνο σου και μου παραπονιέσαι μετά...
;)