Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

Το ημερολόγιο του Μπράιαν: 2η καταχώρηση

Πέρασαν αρκετές μέρες και κανένα νέο από το μοναχό. Μήπως με είχε ξεχάσει; Μήπως τον έπιασαν «αυτοί»; Άγνωστο. Ξάπλωσα στον κατασκονισμένο καναπέ μου για να χαζέψω στην τηλεόραση. Δεν το συνηθίζω, αλλά μόλις είχα ξυπνήσει από τη μεσημεριανή μου σιέστα και δεν είχα όρεξη για τίποτα παραγωγικό, τουλάχιστον για την επόμενη μισή ώρα. Οι χαρούμενοι ήχοι και τα παρδαλά εναλλασσόμενα χρώματα των διαφημίσεων άρχισαν να με υπνωτίζουν... Πλησιάζουν βλέπετε γιορτές και ο κόσμος πρέπει να πειστεί να καταναλώσει περισσότερο. Ξαφνικά, ένας οξύς ήχος διέκοψε την ευχάριστη πλύση εγκεφάλου που δεχόμουν από το χαζοκούτι. Πρέπει κάποια στιγμή να αλλάξω τον ήχο σε αυτό το ενοχλητικό κουδούνι! Ανοίγοντας την πόρτα συνάντησα έναν ένστολο υπάλληλο εταιρίας κούριερ. Χαμογελαστός και με επίσημο τόνο στη φωνή, με παρακάλεσε να υπογράψω το χαρτί που κρατούσε και αμέσως μετά μου παρέδωσε ένα μπεζ φάκελο. Περίμενα λίγο να απομακρυνθεί και, μόλις άκουσα τα βήματά του να σβήνουν σιγά-σιγά, τον άνοιξα. Μέσα βρήκα ένα DVD και ένα σημείωμα. Αν και δυσκολεύτηκα λίγο να αποκωδικοποιήσω τα ορνιθοσκαλίσματα, το χαρτάκι έγραφε: «στην Ομόνοια, στις 8».


Αυτός ο καλόγερος αποδείχτηκε τελικά κακό σπυρί... Έριξα μια φευγαλέα ματιά στο γυαλιστερό δισκάκι, για να ανακαλύψω οτι έφερε τον τίτλο «Όλη η αλήθεια για το Άγιο Φως». Ενδιαφέρον, αλλά είχα σημαντικότερα πράγματα να κάνω, οπότε το έβαλα μέσα στο συρτάρι του γραφείου και, φορώντας βιαστικά το παλιό μου παλτό (όπως στο τραγούδι...), ξεκίνησα για το μετρό. Φτάνοντας στην πολύβουη και πολύχρωμη πλατεία, κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν εφτά και μισή, άρα είχα ακόμα ώρα, σκέφτηκα. Έκανα μια βόλτα παρατηρώντας τις πραμάτειες των, αλλοδαπών κυρίως, μικροπωλητών. Και τι δεν έβρισκες σε αυτό το ιδιότυπο παζάρι! Από αρωματικά κεριά και διακοσμητικά μπιμπελό, μέχρι ζώνες, ξενόγλωσσες εφημερίδες και πορνοταινίες... Ένιωσα άξαφνα ένα δάχτυλο να μου χτυπάει την πλάτη. Γυρίζοντας, ένα παιδάκι μου είπε «αυτό για σας», δίνοντάς μου την πολυπόθητη συνέχεια του ημερολογίου. Κοίταξα τριγύρω, αλλά πέρα από βαριεστημένους πωλητές και βιαστικούς περαστικούς, δεν μπόρεσα να εντοπίσω πουθενά τον καλόγερο.


Γύρισα σπίτι και κάθισα γρήγορα στον υπολογιστή, ανυπομονώντας να δημοσιεύσω το επόμενο τμήμα του ημερολογίου. Το, λιγότερο κακογραμμένο είναι αλήθεια, χειρόγραφο έγραφε τα εξής:


1 Ιανουαρίου του 28


Με την ευκαιρία της νέας χρονιάς, αποφάσισα να γράψω λίγα λογάκια ακόμα στο ευσεβές μου ημερολόγιο. Η περιπέτειά μου με τη φυλακή ήτανε μεγαλύτερη από ότι περίμενα. Οι μπάτσοι μου ανακοίνωσαν ότι ο νέος έπαρχος, ο Πόντιος Πιλάτος (με τέτοιο όνομα καταλαβαίνεις τι πόντιοι μας κυβερνάνε...), πήρε αυστηρά μέτρα κατά της φοροδιαφυγής. Για να παραδειγματίσει τους έμπορες που κρατούσαν διπλά βιβλία και κλέβανε το ΦΠΑ, κάθε παραβάτης θα μαστιγώνοντανε δημόσια με εκατό χτυπήματα! Και καλά ο Θωμάς, αυτοί θέλανε να μαστιγώσουνε και μένα, μάλλον για μπούγιο, για να φαινόμαστε πολλοί! Γιαχβέ μου σχώρεσε τους άπιστους, ου γαρ ήδασι ντι μπιούσι (αυτό το άκουσα κάπου και το βάζω για εφέ)...


Καθόμουνα λοιπόν και μυξόκλ... εεε προσευχόμουνα στο Γιαχβέ για τη σωτηρία μου, όταν το μεγάλο θαύμα έγινε. Ο μόρτης ο Βαραββάς μου ψιθύρισε οτι ήξερε έναν τρόπο να το σκάσουμε από το μπουντρούμι, πριν μας κάνουνε τις πλάτες τελείως αγνώριστες. Πλησίαζε η ρωμαϊκή γιορτή του (ειδωλολατρικού βεβαίως, βεβαίως) θεού ήλιου, οπότε το κέφι των στρατιωτών ήτανε ανεβασμένο και το κρασί έρεε άφθονο. Ο φρουρός που ανέλαβε την βραδινή βάρδια ήρθε τελείως ντίρλα. Ο αξύριστος χοντρομπαλάς είχε τη μυρουδιά ξινισμένου παλιόκρασου και σε συνδυασμό με την υπάρχουσα μπόχα του κελιού με έκανε να σκεπάσω το στόμα μου για να μην ξεράσω! Ταβλιάστηκε στην καρέκλα του δεσμοφύλακα κι άρχισε αμέσως να ροχαλίζει, σα γέρικη αρκούδα με κρεατάκια στη μύτη... Μετά από λίγη ώρα εγώ έπεσα στο έδαφος, όπως είχαμε συμφωνήσει, ουρλιάζοντας δυνατά. Ο Βαραββάς άρχιζε να ξεφωνίζει για βοήθεια και να χτυπάει τα σιδερένια κάγκελα με όλη του τη δύναμη. Αποβλακωμένος ακόμη από το τρίτο όνειρο που έβλεπε, ο χοντρομπαλάς έσυρε το δυσκίνητο βρωμερό σώμα του προς το μέρος μας για να δει τι συμβαίνει. Μόλις έσκυψε να ξεκλειδώσει την πόρτα του κελιού, ο αδερφούλης μου ο Θωμάς πετάχτηκε και τράβηξε την κεφάλα του πάνω στην καγκελόπορτα με δύναμη, έτσι που αυτός λιποθύμησε, συνεχίζοντας το απαίσιο ροχαλητό του.


Ψαρέψαμε τα κλειδιά από τη ζώνη του και το βάλαμε στα πόδια. Καταφέραμε να βγούμε από το κτίριο των φυλακών όταν ακούσαμε πίσω μας το συναγερμό για την απόδρασή μας. Ξεκινήσαμε να τρέχουμε σα να μας είχες βάλει στον κώλο νέφτι, [πάλι υπερβάλει αυτός ο μεταφραστής...] μέχρι που φτάσαμε στις σπηλιές έξω απ' την πόλη. Εκεί σταματήσαμε να πάρουμε μια ανάσα και να συζητήσουμε τι θα κάναμε. Σκεφτήκαμε ως καλύτερη λύση να κρυφτούμε κάπου για ένα διάστημα, ώστε να χάσουν τα ίχνη μας, να μας ξεχάσουνε και να πάψουνε να μας αναζητούν. Τα χαλάσαμε μόνο στο μέρος, μιας και ο Βαραββάς ήθελε να μπαρκάρουμε στο πειρατικό ενός φίλου του, ξηγημένου τύπου και της πιάτσας όπως μας είπε. Εμείς δεν τα πολυγουστάρουμε τα πλοία, δεν αντέχουμε το πέρα δώθε μωρέ, άσε που το φαγητό είναι τόσο λίγο που πολλές φορές ρίχνουνε τον κλήρο (να δούνε ποιός, ποιός ποιός θα φαγωθεί, οέ οέέέ οέ οέ)!! Αποφασίσαμε λοιπόν η αφεντιά μου και ο lil' bro να κατευθυνθούμε προς την έρημο. Οι φήμες λέγανε οτι εκεί βρίσκονταν ομάδες θεούσων τύπων, που είχαν απομακρυνθεί από τον κόσμο και ζούσανε στο αραλίκι όλη την ημέρα. Διαπίστωσα πως μια τέτοια ζωή θα μας ταίριαζε γάντι, τουλάχιστον για λίγο...


Επιστρατεύσαμε την παλιά μας τέχνη του ξαλαφρώματος (δεν ήμασταν πάντα... επιχειρηματίες) και με τα πουγκιά που σουφρώσαμε αγοράσαμε τρόφιμα και καινούρια ρούχα. Περπατήσαμε για τρεις μέρες, μέχρι που φτάσαμε στην ερημική οροσειρά του Κουμράν [σημερινή ονομασία]. Ο δρόμος δεν ήτανε καθόλου εύκολος, ενώ η ζέστη μας έκανε να αισθανόμαστε σα γουρουνόπουλα στο φούρνο . Για να παρηγορηθώ, σκεφτόμουνα οτι κάθε μεγάλος άντρας είχε περάσει μια περίοδο της ζωής του στην έρημο. Βέβαια όχι για να ξεφύγει από τους μπάτσους, αλλά σε χαζομάρες θα κολλάμε τώρα; Αν ποτέ κάποιοι ηλίθιοι γράψουνε την ιστορία της ζωής μου, ελπίζω να παραλείψουνε αυτή τη μικρή λεπτομέρεια... Μετά από εξαντλητική πορεία πάνω στα κατσάβραχα του Κουμράν, είδαμε από μακριά ένα μικρό πέτρινο οικισμό, χτισμένο με αρχιτεκτονική που όμοιά της δεν είχα ματαδεί. Κοντά στα χαμηλά σπίτια φύτρωναν δέντρα και θάμνοι, άρα υπήρχε νερό στα πέριξ. Πάνω στην ώρα, σκέφτηκα, γιατί τα παγούρια μας είχανε αρχίσει να στεγνώνουν.


Πριν χτυπήσουμε την ξύλινη πόρτα της μάντρας, καθίσαμε κάτω για ένα μίνι οικογενειακό συμβούλιο. Είχα ακούσει πως οι άνθρωποι που κατοικούσαν εδώ ήτανε παράξενη φάρα. Θα μου πεις, αν ήτανε φυσιολογικοί θα μένανε μέσα στην έρημο; Οι φήμες έλεγαν οτι ήταν πολύ Γιαχβε-σεβούμενοι, σε σημείο παλαβωμάρας. Κατοικούσανε μόνο άντρες στα κοινόβια αυτά και ήτανε πολύ επιφυλακτικοί απέναντι στους ξένους. Περνούσανε τεμπέλικα το χρόνο τους με τελετουργικά πλυσίματα και προσευχές, ενώ στο τσακίρ κέφι ψέλνανε και παίζανε τα κομποσκοίνια τους... Περιμένανε οτι ο μεσσίας θα έρθει σύντομα για να τους σώσει και ότι θα παρουσιαστεί σ' αυτούς πριν από το υπόλοιπο Ισραήλ. Ανόητες θρησκοληψίες δηλαδή, όχι σαν εμάς τους ορθόδοξους Ιουδαίους που έχουμε τη μόνη αληθινή θρησκεία! Αποφασίσαμε λοιπόν να το παίξουμε ερημίτες που τριγυρνάνε στην έρημο σε αναζήτηση της αγάπης του Γιαχβέ (τελείως γκάου μπίου δηλαδή), για να τους κάνουμε καλή εντύπωση.


Στον κακομούτσουνο γέρο που μισάνοιξε την πόρτα αρχίσαμε αμέσως να φωνάζουμε «ειρήνη ημίν αδελφέ, δοξασμένο το όνομα του Γιαχβέ» και άλλα τέτοια παπαδίστικα. Άνοιξε τελείως τη βαριά θύρα, αφήνοντάς μας να περάσουμε. Μόλις μπήκαμε του ξεφουρνίσαμε το παραμυθάκι που είχαμε συμφωνήσει, προσθέτοντας ότι κουταμάρα μας κατέβαινε στο κεφάλι. Κοιτώντας μας από πάνω μέχρι κάτω και σουφρώνοντας τα μούτρα του, είπε «είστε όντως ερημίτες, βρωμάτε απαίσια»! Μου 'ρθε να του ρίξω μια στο δόξα πατρί, αλλά ο ψύχραιμος αδερφός μου με συγκράτησε και τον ακολουθήσαμε στα ενδότερα του παράξενου οικισμού. Μας καθίσανε στο τραπέζι που μόλις είχαν ετοιμάσει και γρήγορα ο θυμός μου μεταβλήθηκε σε ενθουσιασμό. Αυτοί οι μπαγάσες είχαν συγκεντρώσει τα καλύτερα εδέσματα όλης της Ιουδαίας, μη σας πω και της Σαμάρειας μαζί! Τους ρώτησα που βρήκανε τόσα τρόφιμα στη μέση της ερήμου και ένας επίσημα ντυμένος τύπος, μάλλον ο αρχηγός τους, απάντησε «ο Γιαχβέ τέκνον μου φροντίζει πάντα για τους πιστούς δούλους του»! Βλέποντας την απορημένη μου φάτσα, ο διπλανός μου στο τραπέζι μου ψιθύρισε οτι όλα αυτά ήταν προσφορές από γεωργούς και κτηνοτρόφους της περιοχής. Σε αντάλλαγμα, τους υπόσχονταν να προσεύχονται για τις ψυχές τους... Ωραίο επάγγελμα, με τσίφτικες απολαβές και καθόλου κούραση! Είμαι σίγουρος οτι μια μέρα θα πλημμυρίσει ο κόσμος από τέτοιους τύπους!


Σε μια στιγμή, ο περίεργα ντυμένος αρχηγός μας ζήτησε να τους διηγηθούμε καμιά περιπέτεια από τη ζωή μας στην έρημο. Ακούγονταν πολλές ιστορίες για τους ερημίτες, οτι τρέφονταν με ακρίδες, οτι συνομιλούσανε με το Γιαχβέ και το Σατανά, οτι άγγελοι τους φέρνανε φαΐ όταν δε βρίσκανε αλλού και άλλα τέτοια κουλά. Για να φανώ ισάξιος των προσδοκιών τους, τους αράδιασα το παρακάτω παραμύθι: «Τήρησα για σαράντα ολόκληρες μέρες νηστεία από οποιαδήποτε τροφή, κάνοντας καθημερινά 500 γονυκλισίες και 1000 μετάνοιες. Τότε, εμφανίστηκε μπροστά μου ο ίδιος ο Σατανάς»! Τα μέλη του αδελφάτου είχανε μείνει με το στόμα ανοιχτό, οπότε αποφάσισα να το χοντρύνω ακόμα περισσότερο: «Προσπαθώντας, αδελφοί, να κάμψει το φρόνημά μου, με ανέβασε στην ταράτσα του Ναού του Σολομώντα και με προκάλεσε να πέσω κάτω, για να με σώσουν οι άγγελοι του Γιαχβέ». «Φαντάζομαι δεν πήδηξες», με ρώτησε ένας νεαρός. «Φυσικά και όχι, κορόιδο ήμουνα;», απάντησα εγώ. «Στη συνέχεια με ανέβασε στην κορφή ενός βουνού και μου υποσχέθηκε οτι θα μου δώσει όλα όσα έβλεπε το μάτι μου αν απαρνηθώ τον Κύριό μου. Εγώ φυσικά δεν δέχτηκα».


Ένα επιφώνημα θαυμασμού βγήκε από τα στόματα των αφελών και για να τους δώσω τη χαριστική βολή, συνέχισα: «Τότε με ανέβασε πάνω σε ένα σύννεφο και μου έταξε τον κόσμο ολάκερο, αρκεί να πέσω να τον προσκυνήσω. Εγώ του φώναξα με βροντερή φωνή τις μαγικές λέξεις “ίπαγαι ομπίσο μου Σατανά” και αυτός αμέσως εξαφανίστηκε»!! Στο κοινόβιο έγινε τότες της Μαγδαληνής το κάγκελο που λένε. Άλλοι χειροκροτούσαν, άλλοι προσεύχονταν μεγαλόφωνα και άλλοι φώναζαν «νάτος, νάτος ο μεσσίας»! Ο αρχηγός τους με πλησίασε και μου είπε: «Είσαι όντως ο μεσσίας που περιμέναμε. Όλα έγιναν όπως τα γράφουν οι ιεροί πάπυροί μας»! Το πλήθος μας σήκωσε στους ώμους του, συνεχίζοντας να φωνάζει διάφορα συνθήματα... Από εκείνη τη στιγμή πέρασαν πάνω από δέκα ημέρες. Τα κουτορνίθια του κοινοβίου μας έχουν στα όπα όπα, σα να είμαστε αληθινοί θεοί (Γιαχβέ μου σχώρα με). Αυτή τη στιγμή που γράφω το ημερολόγιο κάθομαι σε ένα θρόνο, δοκιμάζοντας που και που μια ποικιλία από ξηρούς καρπούς. Ο Θωμάς ο τσίφτης την πέφτει πάλι σε μια αιώρα κι ένας τύπος του κάνει αέρα με φύλλο μπανανιάς. Είναι ωραίο να είσαι μεσσίας! Θα το ξανακάνω στο μέλλον...




2 σχόλια:

Άθεος είπε...

Με την ανάρτηση για τα «Ηλιούγεννα» μου διέφυγες, όμως και πάλι βλέπω δεν το σχολίασε κανείς. Μην απογοητεύεσαι, τα γεγονότα των ημερών φταίνε. Το κείμενο είναι καλό και έχει πλάκα. Γράφεις ωραία και έχεις χιούμορ. Εκτός αυτών δείχνει κι ότι δεν γράφεις ό,τι κι ό,τι. Ξέρεις τι γράφεις και τι παρωδείς! Ξέρω ότι είχες και τη μετακόμιση. Μπράβο. Τα καταφέρνεις μια χαρά!

Ανορθόδοξος είπε...

Thanks φίλε, να σαι καλά! Χαίρομαι που σου άρεσε (η γνώμη σου μετράει σαν παλιότερου συγγραφέα)!