Κάποτε, όταν το νόμισμα στην ευλογημένη αυτή χώρα ήταν ακόμα η δραχμή, πήγε ο Μπρούς Λή στο τρισάγιο όρος για να αναμετρηθεί με τον γέροντα.
Δίνει ο Μπρούς Λή μιά μπουνιά σε μια αλεπού και την ξαπλώνει κάτω.
Δίνει και ο γέροντας μια μπουνιά σε ένα λύκο και τον κόβει στα δύο.
Δίνει ο Μπρούς Λή μια κλωτσιά σε ένα αγριογούρουνο και το ρίχνει σέκο.
Δίνει κι ο γέροντας μια κλωτσιά σε μια αρκούδα και της κόβει το κεφάλι.
Ο Μπρούς Λή τα έχει χαμένα. Κοιτάζει γύρω του για κάποιο μεγάλο ζώο για να το τσακίσει, αλλά το μόνο που βλέπει είναι μια σαύρα. Μεγάλη μεν, αλλά σαύρα. Τι να κάνει, την χτυπάει με το δάχτυλο στο λαρύγγι και η σαύρα τινάζει τα πέταλα.

Ο Μπρούς Λή τον κοιτάζει από μακριά με γουρλωμένα τα σκιστά μάτια του.
Εκείνη την στιγμή ακούγεται μια ψιλή φωνούλα: "Παραδίνομαι γέροντα, έλεος, μη με κόψεις στα δύο, έχω σαυράκια να μεγαλώσω".
Πράγματι ο γέροντας άφησε τη σαύρα να φύγει.
Ο Μπρούς Λή κατάπληκτος, γονάτισε και φίλησε το χέρι του γέροντα, αναγνωρίζοντας την ήττα του και αποκαλώντας τον "μάστερ".

"Πόσο;" την ρώτησε ο γέροντας.
"Σαράντα χιλιαρικάκια," αποκρίθηκε η σαύρα με την κανονική μάγκικη φωνή της.
"Τριάντα είπαμε," πρόφερε ο γέροντας.
"Οι μεταμφιέσεις πάνε έξτρα, μπάρμπα. Άσε που μου έσκισες τις στολές του λύκου και της αρκούδας και θα τις πληρώσω από την τσέπη μου στο γραφείο ενοικιάσεων."